
Υπάρχουν συναυλίες που βλέπεις, υπάρχουν συναυλίες που απολαμβάνεις και υπάρχουν και εκείνες οι λίγες, οι σπάνιες, που σε αρπάζουν από τον γιακά, σε πετάνε είκοσι πέντε χρόνια πίσω και σου θυμίζουν ποιος ήσουν πριν σε πλακώσουν λογαριασμοί, deadlines, δάνεια, meetings και η μόνιμη αγωνία της ενηλικίωσης.
Οι Limp Bizkit ήρθαν επιτέλους στην Ελλάδα, έπειτα από δεκαετίες αναμονής, και το βράδυ της Δευτέρας στην Πλατεία Νερού δεν έδωσαν απλώς μια συναυλία. Έδωσαν ένα reunion ολόκληρης γενιάς. Μιας γενιάς που μεγάλωσε με το MTV ανοιχτό, που αγόραζε CD αντί για συνδρομές στο Spotify και που έμαθε να βγάζει τα νεύρα, την οργή και τις ανασφάλειές της μέσα από το nu metal.
Από τη στιγμή που εμφανίστηκε ο Fred Durst στη σκηνή, έγινε ξεκάθαρο ότι το κοινό δεν είχε έρθει απλώς να ακούσει τραγούδια. Είχε έρθει για να ξαναζήσει τα νιάτα του και το κατάφερε.
Η βραδιά χτίστηκε πάνω σε μια setlist που έμοιαζε βγαλμένη από τα πιο αγαπημένα playlists των late '90s και των αρχών των '00s. Το "My Generation", το "Rollin'", το "My Way", το "Take A Look Around", το "Nookie", το "Break Stuff", το "Hot Dog", το "Re-Arranged" και το "Behind Blue Eyes", όλα τα αγαπημένα ήταν εκεί και έκαναν χιλιάδες ανθρώπους να τραγουδούν κάθε λέξη χωρίς να χάνουν ούτε συλλαβή. Σε πολλές στιγμές ήταν αδύνατο να ξεχωρίσεις αν ακουγόταν περισσότερο η μπάντα ή το κοινό.
Η γενιά που έφαγε τις περισσότερες σφαλιάρες
Υπάρχει κάτι σχεδόν ποιητικό στο να βλέπεις σαραντάρηδες να ανοίγουν mosh pits. Οι Millennials χαρακτηρίστηκαν τεμπέληδες, κακομαθημένοι, υπερβολικά ευαίσθητοι και χίλια δυο άλλα. Στην πραγματικότητα είναι η γενιά που μεγάλωσε με υποσχέσεις και βρέθηκε αντιμέτωπη με οικονομικές κρίσεις, ανεργία, μνημόνια, πανδημίες και μια αγορά εργασίας που μοιάζει να ζητά συνεχώς περισσότερα δίνοντας λιγότερα.
Και όμως. Χθες το βράδυ δεν είδαμε κουρασμένους ανθρώπους που προσπαθούσαν να αναβιώσουν το παρελθόν, αλλά ανθρώπους που το ζούσαν ξανά, ακόμα και δεν βρισκόντουσαν πάνω σε skates να κάνουν ταγκιές στους τείχους.
Τα mosh pits άνοιγαν διαρκώς. Χιλιάδες κορμιά χοροπηδούσαν σε κάθε ρεφρέν. Φωτοβολίδες φώτιζαν τον ουρανό της Πλατείας Νερού και για μερικά λεπτά η Αθήνα έμοιαζε περισσότερο με ευρωπαϊκό metal festival παρά με μια συνηθισμένη συναυλία καλοκαιριού.
Οι εικόνες ήταν τόσο εντυπωσιακές που έκαναν τον γύρο των social media, με το αμερικανικό περιοδικό 'Revolver' να αναδημοσιεύει στιγμές από τα ελληνικά pits, αναγνωρίζοντας αυτό που όσοι βρέθηκαν εκεί ήδη γνώριζαν: ότι το ελληνικό κοινό δεν πήγε απλώς να δει τους Limp Bizkit. Πήγε να τους αποθεώσει.
Ο Fred Durst είναι ακόμα ένας από τους καλύτερους frontmen
Πολλοί καλλιτέχνες επιβιώνουν χάρη στη νοσταλγία και ο Fred Durst δεν είναι ένας από αυτούς. Ναι, δεν είναι. Στα 55 του χρόνια παραμένει ένας frontman που ξέρει ακριβώς πώς να ελέγξει δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Με χιούμορ, άνεση, αυτοσαρκασμό και απίστευτη επικοινωνία με το κοινό, απέδειξε γιατί υπήρξε μία από τις πιο χαρακτηριστικές φιγούρες της μουσικής των τελευταίων τριάντα ετών.
Δεν χρειάζεται να τρέχει ασταμάτητα πάνω κάτω στη σκηνή. Δεν χρειάζεται να κάνει ακροβατικά. Αρκεί να πιάσει το μικρόφωνο και να φωνάξει τις πρώτες λέξεις από το "Break Stuff" για να ξεκινήσει χάος. Και χάος έγινε.
Όταν ακούστηκε το εμβληματικό riff του τραγουδιού, το μεγαλύτερο pit της βραδιάς άνοιξε σχεδόν ακαριαία. Χιλιάδες άνθρωποι χόρευαν, σπρώχνονταν και τραγουδούσαν σαν να είχαν επιστρέψει στην αυγή της χιλιετίας.
Και μετά υπάρχει ο Wes Borland
Αν ο Durst είναι η ψυχή των Limp Bizkit, ο Wes Borland είναι το πιο αλλόκοτο και γοητευτικό πλάσμα τους.
Η αμφίεσή του χθες βράδυ ήταν αδύνατο να περάσει απαρατήρητη. Θεατρικός, παράξενος, σχεδόν εξωγήινος, έκλεβε συνεχώς το βλέμμα ακόμη και όταν δεν έπαιζε νότα. Εδώ και δεκαετίες αποτελεί το πιο αναγνωρίσιμο οπτικό στοιχείο του συγκροτήματος και το απέδειξε ξανά στην Αθήνα.
Και όταν ερχόταν η ώρα να μιλήσει η κιθάρα του, μιλούσε με τον τρόπο που μόνο ο Borland ξέρει και το έχει αποδείξει από τις δικές του σολο δουλειές με τους Black Light Burns. Όσο να 'ναι, ο χθεσινός ήχος θύμισε γιατί το nu metal κυριάρχησε κάποτε στον πλανήτη.
Γιατί έτσι συνέβη. Το nu metal δεν ήταν ποτέ μουσική για όλους. Δεν ήταν μουσική για τους ψαγμένους κριτικούς, ούτε μουσική για τους δήθεν.
Ήταν μουσική για όσους είχαν νεύρα, για όσους ένιωθαν ότι δεν χωρούν σε κανένα σύνολο, για όσους ήθελαν να ουρλιάξουν αντί να ψιθυρίσουν. Και χθες το βράδυ, στην Πλατεία Νερού, χιλιάδες άνθρωποι το έκαναν ξανά.
Οι Limp Bizkit δεν μας θύμισαν μόνο πόσο σπουδαία μπάντα υπήρξαν. Μας θύμισαν ότι, παρά τις σφαλιάρες που έχει φάει η γενιά μας, υπάρχει ακόμα μέσα μας εκείνος ο πιτσιρικάς που ακούει το "Break Stuff", σφίγγει τη γροθιά του και πιστεύει ότι μπορεί να τα βάλει με όλο τον κόσμο.
Και ναι, για 2 ώρες τουλάχιστον, το πιστέψαμε ξανά.
Πηγή: esquire.com.gr